Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

H ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΩΜΑ Β΄.

του Χριστόδουλου Βασιλειάδη

(Σκίτσο: Χριστόδουλος Βασιλειάδης)

Τὰ λόγια τοῦ Θωμᾶ μαρτυροῦν πολλὴ εἰλικρίνεια καὶ ἀποφασιστικότητα, ἀλλὰ λίγη διάθεση νὰ καθυποτάξῃ τὸ ὁρατὸ στὸ ἀόρατο. Εἶναι προτιμότερο νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ πᾶμε μὲ τοὺς ἐν Χριστῷ φίλους μας καὶ ἀδελφούς μας πρὸς τὸν κόσμο ἐκεῖνο, τὸν ἀληθινό, παρὰ νὰ μείνουμε πίσω στὸν κόσμο αὐτό, ὁ ὁποῖος γίνεται γιὰ μᾶς συνεχῶς πτωχότερος καὶ γυμνότερος[1].

Ἂς σημειώσουμε ὅτι τὸ ὄνομα Θωμᾶς εἶναι Ἀραμαϊκὸ καὶ Ἑβραϊκό. Ἐκεῖνοι ποὺ μιλοῦσαν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὸ μετέφραζαν «Δίδυμος»[2].

Κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο ὁ Θωμᾶς ρωτᾶ τὸν Κύριο: «Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις. Καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;»[3] Δηλαδὴ «Κύριε, δὲν ξέρουμε ποὺ πηγαίνεις τώρα, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουμε τὸν δρόμο;». Ὁ Θωμᾶς ὠθεῖται στὴν ἐρώτησή του ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Κύριος εἶπεν ἤδη ὅτι στὸν τόπο ἐκεῖνο ἐπρόκειτο νὰ παραλάβῃ καὶ αὐτούς[4]. Ὁ Θωμᾶς, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ζιγαβηνός, θεωροῦσε ὅτι ὁ τόπος, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ πάῃ ὁ Κύριος καθὼς καὶ ἡ ὁδὸς εἶναι αἰσθητή[5].

Τόσο ὁ Θωμᾶς ὅσο καὶ οἱ λοιποὶ μαθητές, ἔχοντες τὴν φαντασία τους προκατειλημμένη ἀπὸ τὶς παχυλὲς ἐλπίδες κάποιας ἐπιγείου βασιλείας τοῦ Μεσσία, σκεφτόντουσαν κατὰ βάθος, ὅπως καὶ οἱ Ἰουδαῖοι, πιστεύοντες ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα[6]. Ἡ πλανεμένη αὐτὴ προκατάληψη τοὺς ἐκάλυπτε μέχρι ἑνὸς σημείου τὴν ἀλήθεια καὶ καθιστοῦσε σ’ αὐτοὺς τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἀκατάληπτα.

(συνεχίζεται)

[1] Βλ. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, ἔνθ. ἀν., σσ. 407-408.

[2] Ἴσως δόθηκε σ’ αὐτὸν τὸ ὄνομα «Δίδυμος», ὅπως ἀναφέρει ὁ Ζιγαβηνός, «διὰ τὸ συνάμα ἀδελφῷ γεννηθῆναι». Τρεῖς φορὲς στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο προστίθεται ἡ φράση «ὁ λεγόμενος Δίδυμος». Αὐτὴ ἡ φράση δὲν συναντᾶται στοὺς Συνοπτικοὺς Εὐαγγελιστὲς (Ματθαῖος, Μᾶρκος καὶ Λουκᾶς). Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς νεώτερους ἑρμηνευτὲς βλέπουν στὸ ὄνομα «Δίδυμος» ὑπαινιγμὸν στὸ ὅτι ὁ Θωμᾶς ἔφερε στὸν ἑαυτό του δύο ἀνθρώπους, ἕνα πιστὸ καὶ ἕνα ἄπιστο, ἕνα Ἰακὼβ καὶ ἕνα Ἡσαῦ. Ἦταν δηλαδὴ ἄνθρωπος δίψυχος.

[3] Ἰω. ιδ΄, 5.

[4] Βλ. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα, ἔνθ. ἀν., σ. 509. Ὁ Πέτρος στὴν παροῦσα ἐρώτηση παραμένει σιωπηλὸς ἂν καὶ ἡ ἐρώτηση τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἡ ἴδια μὲ ἐκείνη, ποὺ ἔθεσε προηγουμένως ὁ Πέτρος. Μερικοὶ ἑρμηνευτὲς θεωροῦν ὅτι ἡ σιγὴ τοῦ Πέτρου εἶναι ἔνδειξη γιὰ τὸ ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Πέτρος ἀπουσίαζε. Ὅμως ἡ προφητεία τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν τριπλὴ ἄρνηση τοῦ Πέτρου ἠχεῖ ἀκόμη στὰ αὐτιά τοῦ Πέτρου καὶ αὐτὸ ἐξηγεῖ πλήρως τὴν σιγὴ τοῦ Πέτρου σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ὁμιλία τοῦ Κυρίου.

[5] «Ὤετο γὰρ αἰσθητὸν εἶναί τινα τόπον, ὅπου ὑπάγει, καὶ ὁδὸν ὁμοίως τοιαύτην». ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Ἑρμηνεία τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου, ιδ΄, PG 129, 1393B.

[6] Ἰω, ιβ΄, 34.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου