«Ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος Ἀγάπη» (ᾎσμα ᾎσμ. η´, 6)
(Εικόνα: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Καὶ ἐκ
τούτου ἔγινεν εἰς αὐτοὺς φανερόν, πόσην σφιγκτὴν ἀγάπην καὶ ἕνωσιν εἶχε μὲ τὸν
Χριστὸν ἡ τετρωμένη ἐκείνη καὶ μακαρία ψυχή του, ὁποὺ κάλλιον ἐπρόκρινε νὰ τὴν
χωρήσῃ βιαίως ἀπὸ τὸ σῶμα ὁ θάνατος, παρὰ νὰ χωρισθῇ πλέον αὐτὴ θεληματικῶς ἀπὸ
τὸν πανάγιον Τάφον τοῦ τόσον ἐρωμένου της Νυμφίου Χριστοῦ! Καὶ πὼς τόσον ἐχάρη,
καὶ τόσον εὐχαριστήθη, διότι ἠξιώθη νὰ ἀπολαύσῃ τὸ πανίερον Μνῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο
ἐδέχθη μέσα του τὸν ἠγαπημένον Ἰησοῦν, εἰς τρόπον ὥστε ἡ φύσις καὶ ἡ καρδία μὴ
δυναμένη νὰ χωρέσῃ τὴν τόσην ὑπερβολικὴν εὐχαρίστησιν καὶ χαράν, ἔκαμε ὥστε νὰ
πετάξῃ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα, καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ Οὐράνια, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ ἐκεῖ τὴν
τελείαν ἀγάπην καὶ χαρὰν μὲ τὴν ἄμεσον ἕνωσιν μετὰ τοῦ ἠγαπημένου Χριστοῦ της.
(Διασκευὴ ὑπὸ τῆς Μονῆς μας, ἀπὸ τὸ βιβλίο· «Ἁγίου Νικοδήμου
τοῦ Ἁγιορείτου, Ἀόρατος Πόλεμος», ἐκδ.
ΤΗΝΟΣ, Ἀθῆναι 1965, σσ. 263-265).
***
Ἀπὸ τὸ περιοδικό τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυροβουνίου «Ο ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ».






