του Χριστόδουλου Βασιλειάδη
(Κάρβουνο: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Ἀνέβηκαν κάποτε μερικοὶ πατέρες στὸν ἀββᾶ Ἰωσήφ, στὴν Πανεφώ, γὰ νὰ τὸν ρωτήσουν σχετικὰ μὲ τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ φιλοξενοῦσαν στὸν τόπο τους, ἂν ἔπρεπε νὰ συγκαταβαίνουν καὶ νὰ τοὺς μιλοῦν ἐλεύθερα. Καὶ πρὶν ἐρωτηθῇ, εἶπε ὁ γέροντας στὸν μαθητή του: «Κοίταξε νὰ καταλάβῃς αὐτὸ ποὺ θὰ κάνω σήμερα καὶ δεῖξε ὑπομονή». Καὶ ἔβαλε ὁ γέροντας δύο μαξιλαράκια, ἕνα ἀπὸ τὰ δεξιά του καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀριστερά του, καὶ εἶπε: «Καθίστε». Καὶ εἰσῆλθε στὸ κελλί του καὶ φόρεσε ροῦχα φτωχικά. Καὶ βγαίνοντας, πέρασε ἀνάμεσά τους. Αὐτοὶ δὲ ἀπόρησαν μὲ τὸ τί ἔκανε ὁ γέροντας.
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου