του Χριστόδουλου Βασιλειάδη
(Πίνακας: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Ὅταν λοιπὸν ἄκουσε ὅτι ὁ Λάζαρος ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινε
στὸν τόπο, ὅπου βρισκόταν δύο ἀκόμη μέρες. Ἔπειτα, ἀφοῦ πέρασε καὶ αὐτὸ τὸ
χρονικὸ διάστημα, λέγει στοὺς μαθητές Του: «Ἂς
πᾶμε πάλιν στὴν Ἰουδαία». Οἱ μαθητὲς ὅμως τοῦ εἶπαν:
«Διδάσκαλε, τώρα πρὸ ὀλίγου ζητοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ σὲ λιθοβολήσουν καὶ ἐσὺ
πηγαίνεις πάλιν ἐκεῖ;» Ὁ Κύριος ὅμως τοὺς ἀπάντησε: «Δὲν
εἶναι δώδεκα οἱ ὥρες τῆς ἡμέρας; Ὅποιος περπατεῖ
κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας, δὲν σκοντάπτει, γιατὶ βλέπει μὲ τὸ φῶς τοῦ κόσμου
τούτου»[1].
Ἐὰν ὅμως κάποιος περπατεῖ κατὰ τὴν νύκτα, σκοντάπτει, διότι δὲν ὑπάρχει σὲ αὐτὸν
φῶς, νὰ τὸν φωτίζῃ[2].

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου