του Χριστόδουλου Βασιλειάδη
(Εικόνα: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Ὁ Διόσκουρος ὑποκρίθηκε ὅτι ἀπειλεῖτο ἡ ζωή του, καὶ ἔτσι
ζήτησε τὴ βοήθεια τῶν δύο αὐτοκρατορικῶν ὑπαλλήλων. Αὐτοὶ εἶχαν ἀναλάβει τὴν ἀστυνόμευση
τῆς συνόδου, ἄφησαν δὲ νὰ μποῦν οἱ στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὁπλισμένοι, οἱ
παραβολάνοι[1], οἱ ναῦτες
καὶ οἱ μοναχοὶ τοῦ Βαρσουμᾶ. Αὐτοὶ ἐπιτέθηκαν ἐναντίον ὅσων εἶχαν ἀντίθετη ἄποψη.
Κακοποίησαν τὸν Φλαβιανὸ πολὺ ἄσχημα καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς κακομεταχειρίσεως
τόσο κατὰ τὴν ὥρα τῆς συνόδου ὅσο καὶ κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὴν ἐξορία, ἀπεβίωσε
μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες. Ὁ Εὐσέβειος Δορυλαίου κατόρθωσε νὰ διαφύγῃ καὶ πῆγε στὴ
Ρώμη. Ἐκεῖ συναντήθηκε μὲ τὸν Λέοντα καὶ τοῦ ἔδωσε ἔκκληση δική του καὶ τοῦ
Φλαβιανοῦ.
[1] Οἱ Παραβολᾶνοι ἦταν πρόσωπα ταγμένα στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν ἐπιφορτισμένα νὰ θάβουν τοὺς νεκρύς, ἰδιαίτερα ὅσους εἶχαν πεθάνει ἀπὸ λοιμώδεις ἀσθένειες κατὰ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια. Μὲ τὴν πάροδο ὅμως τῶν αἰώνων οἱ παραβολᾶνοι ἀπετέλεσαν ξεχωριστὴ τάξη καὶ μεταβλήθηκαν σὲ ταραχοποιὰ στοιχεῖα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου