του Χριστόδουλου Βασιλειάδη
(Πίνακας: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη, τὸν μαθητὴ τοῦ ἀββᾶ Παύλου, ὅτι εἶχε μεγάλη ὑπακοή. Ἦταν δὲ σ’ ἕνα τόπο μνήματα καὶ μιὰ ὕαινα κατοικοῦσε ἐκεῖ. Εἶδε λοιπὸν ὁ γέρων γύρω ἐκεῖ σβουνιὲς (κοπριὰ) βοδιῶν. Καὶ λέγει στὸν Ἰωάννη νὰ πάῃ καὶ νὰ τοῦ τὶς φέρῃ. Καὶ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Καὶ τί νὰ κάμω μὲ τὴν ὕαινα;». Ὁ δὲ γέρων, ἀσειευόμενος, εἶπε: «Ἂν ἔλθῃ κατεπάνω σου, δέσε τη καὶ φἐρε την ἐδῶ». Πῆγε λοιπὸν ὁ ἀδελφὸς ἐκεῖ, καθὼς ἔπεφτε τὸ βράδυ. Καὶ νά, ἦλθε ἡ ὕαινα κατεπάνω του. Ἀλλὰ αὐτός, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ γέροντος, ὥρμησε νὰ τὴν πιάσῃ. Καὶ ἔφυγε ἡ ὕαινα.
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου