«Ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος Ἀγάπη» (ᾎσμα ᾎσμ. η´, 6)
Οὗτος λοιπὸν ὁ τρισμακάριστος ἄνθρωπος, παρακινούμενος ἀπὸ τὴν ἄσβεστον φλόγα τῆς πρὸς τὸν Χριστὸν ἀγάπης, ἀποφάσισε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ προσκυνήσῃ μὲ ἄκραν εὐλάβειαν τὸν ἅγιον καὶ ζωοποιὸν Τάφον τοῦ ἠγαπημένου του Ἰησοῦ, καὶ μὲ τὴν προσκύνησιν αὐτὴν νὰ δροσίσῃ ὀλίγόν τι τὴν κάμινον τῆς εἰς Αὐτὸν ἀγάπης του. Ὅθεν ἔφθασεν ἐκεῖ μὲ πολλὴν δίψαν, καὶ ἀγκαλιάζοντας τὸν Θεοδόχον Τάφον τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ καταφιλῶντας αὐτὸν πυκνὰ-πυκνὰ, μὲ δάκρυα πολλὰ καὶ ἀναστεναγμούς, τόσον ἐχάρη, ὁποὺ ἀπὸ τὴν ὑπερβολικήν του χαρὰν ἔμεινε ξεψυχισμένος! Οἱ δὲ σύντροφοί του, βλέποντες τοιοῦτον θαυμαστὸν καὶ παράδοξον θέαμα, καὶ θέλοντες νὰ μάθουν διὰ ποίαν ἀφορμὴν ἴσως νὰ ἀπέθανε, τὸν ἔσχισαν καί, ὢ τοῦ θαύματος! Εὑρῆκαν γεγραμμένα εἰς τὴν καρδίαν του ταῦτα τὰ ἐρωτικὰ καὶ θεῖα λόγια: «ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΓΛΥΚΕΙΑ ΑΓΑΠΗ».
***
(συνεχίζεται)
Ἀπὸ τὸ περιοδικό τῆς Ἱ. Μονῆς Σταυροβουνίου «Ο ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου