του Χριστόδουλου Βασιλειάδη
(Εικόνα: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Μετὰ κλήθηκε ὁ Εὐτυχής, ὁ ὁποῖος μίλησε ὡς κατήγορος καὶ ὄχι
ὡς κατηγορούμενος. Παρουσίασε μία ἀόριστη ὁμολογία πίστεως καὶ ἐπανέλαβε τὴ
θέση του, ὅτι δεχόταν μία φύση μετὰ τὴν ἕνωση. Σ’ αὐτὴν ἀναθεμάτιζεν ὅλες τὶς αἱρέσεις,
ἰδαιτέρως αὐτὲς τοῦ Οὐαλεντίνου καὶ τοῦ Ἀπολιναρίου Λαοδικείας, γιὰ τὶς ὁποῖες
κατηγορεῖτο· δήλωνε δὲ ὅτι ἀκολουθοῦσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τῆς Νίκαιας,
σύμφωνα μὲ τὴν διακήρυξη τῆς ἐν Ἐφέσῳ Συνόδου τὸ 431μ.Χ. Σὲ κανένα δὲν ἐπέτρεψαν
νὰ ἀπαντήσῃ στὸν Εὐτυχῆ. Τότε ἄλλοι ἐπίσκοποι ἔφυγαν καὶ τελικὰ ὅσοι ἔμειναν ἀναγνώρισαν
ὅτι ὁ Εὐτυχὴς ἦταν ὀρθόδοξος, τὸν ἀποκατέστησαν δὲ ὡς πρεσβύτερο καὶ ἡγούμενο.
Κάποιες ἀραιὲς διαμαρτυρίες καλύφτηκαν μὲ τὴν κραυγή «ὅστις λέγει δύο φύσεις, ἀνάθεμα
ἔστω». Ὁ Διόσκουρος ψήφισε τελευταῖος.
(συνεχίζεται)






