Χριστόδουλου Βασιλειάδη
(Πίνακας: Χριστόδουλου Βασιλειάδη)
Ὅταν εἰσῆλθαν στὴν Σαμάρεια, ὁ Ἐλισσαῖος παρεκάλεσε τὸν
Κύριο καὶ εἶπε: Ἄνοιξε παρακαλῶ Κύριε, τὰ μάτια τους καὶ ἂς δοῦν ποὺ
βρίσκονται. Ὁ Κύριος ἄνοιξε τὰ μάτια τους καὶ ξαφνικὰ εἶδαν ὅτι ἦσαν μέσα στὴνΣαμάρεια!
Ὁ βασιλιᾶς τοῦ ἰσραηλιτικιοῦ λαοῦ εἶπε πρὸς τὸν Ἐλισσαῖο, ὅταν εἶδε τοὺς Σύρους
μέσα στὴν πρωτεύουσα ἐγκλωβισμένους: Νὰ τοὺς κτυπήσω, πάτερ μου; Ὁ Ἐλισσαῖος εἶπε:
Δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ κτυπήσῃς καὶ σκοτώνῃς παρὰ μόνο ἐκείνους, τοὺς ὁποίους
συνέλαβες αἰχμαλώτους μὲ τὴ ρομφαία σου καὶ τὸ τόξο σου. Ἀντίθετα μάλιστα. Νὰ
τοὺς παραθέσῃς ψωμιὰ καὶ κρασί, γιὰ νὰ φᾶνε καὶ νὰ πιοῦνε, καὶ ὕστερα νὰ τοὺς ἀφήσῃς
ἐλεύθερους, γιὰ νὰ πᾶνε στὸ βασιλιᾶ τους.
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου