Ὁ Ἐλισσαῖος ἀσθένησε ἀπὸ κάποια νόσο, λόγῳ τῆς ὁποίας θὰ πέθαινε. Ὁ Ἰωὰς ὁ βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μετέβη πρὸς αὐτὸν καὶ ἔκλαψε, ἀφοῦ ἔπεσε στὸ πρόσωπό του τοῦ εἶπε: Πάτερ, Πάτερ! Σὺ εἶσαι τὰ ἅρματα καὶ τὸ ἱππικὸ τοῦ λαοῦ μας, ποὺ τὸν ἔσωζες! Τώρα τί θὰ γίνῃ; Ὁ Ἐλισσαῖος τότε εἶπε πρὸς τὸν βασιλιᾶ: Πάρε τόξο καὶ βέλη. Ὁ βασιλιᾶς πῆρε γιὰ τὸν ἑαυτό του τόξο καὶ βέλη. Ὁ Ἐλισσαῖος εἶπε πρὸς αὐτόν: Κράτησε στερεὰ τὸ τόξο. Ὁ Ἰωὰς κράτησε καλὰ τὸ τόξο μὲ τὰ χέρια του. Ὁ Ἐλισσαῖος ἔθεσε τὰ χέρια του στὰ χέρια τοῦ βασιλιᾶ. Ὁ Ἐλισσαῖος λέγει στὸν βασιλιᾶ: Ἄνοιξε τὸ παράθυρο τὸ ἀνατολικό. Ὁ βασιλιᾶς τὸ ἄνοιξε. Ὁ Ἐλισσαῖος λέγει πρὸς τὸν βασιλιᾶ: τόξευσε ἔνα βέλος. Ὁ βασιλιᾶς ἐτόξευσε ἕνα βέλος. Ὁ Ἐλισσαῖος εἶπε: Αὐτὸ εἶναι βέλος σωτηρίας τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ὁποῖο προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, βέλος ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοὺς Σύριους. Θὰ προσβάλῃς τοὺς Σύριους στὴν πόλη Ἀφὲκ μέχρι τελείας συντριβῆς τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου